Oversettelse av "bever" til gresk språk:


  Ordbok Norsk-Gresk

  Eksempler (Eksterne kilder, ikke gjennomgått)

Jeg bever for deg, jeg bever!
Τον αγαπάω!
En bever.
Ένας κάστορας!
Hans lyn oplyser jorderike jorden ser det og bever.
Αι αστραπαι αυτου φωτιζουσι την οικουμενην ειδεν η γη και εσαλευθη.
Du store, faren min må ha vært en bever.
Ο πατέρας μου πρέπει να ήταν κάστορας.
Jeg ser Kusans telter i sorg, teltteppene i Midians land bever.
Ειδον τας σκηνας της Αιθιοπιας εν θλιψει ετρομαξαν τα παραπετασματα της γης Μαδιαμ.
Der er bare bjørn, bever og muskrotter, og de trenger ikke grenselinjer.
Υπάρχουν μόνο αρκούδες, κάστορες και μοσχοπόντικες, και δεν χρειάζονται συνοριακές γραμμές.
som ryster jorden, så den viker fra sitt sted, og dens støtter bever,
Αυτος σειει την γην απο του τοπου αυτης, και οι στυλοι αυτης σαλευονται.
om dets bølger bruser og skummer, og fjell bever ved dets overmot. Sela.
Ποταμος, και οι ρυακες αυτου θελουσιν ευφραινει την πολιν του Θεου, τον αγιον τοπον των σκηνωματων του Υψιστου.
Mitt hjerte bever i mitt bryst, og dødens redsler er falt på mig.
Φοβος και τρομος ηλθεν επ' εμε, και φρικη με εκαλυψε.
Herren er blitt konge, folkene bever, han som troner over kjeruber, jorden ryster.
Ο Κυριος βασιλευει, ας τρεμωσιν οι λαοι ο καθημενος επι των χερουβειμ ας σεισθη η γη.
Øene ser det og frykter, jordens ender bever de rykker frem og kommer.
Αι νησοι ειδον και εφοβηθησαν τα περατα της γης ετρομαξαν, επλησιασαν και ηλθον.
Ved det rop Babel er inntatt, bever jorden, og det høres skrik blandt folkene.
Απο του ηχου της αλωσεως της Βαβυλωνος εσεισθη η γη, και η κραυγη ηκουσθη εν τοις εθνεσι.
Han som ser til jorden, og den bever, som rører ved fjellene, og de ryker.
ο επιβλεπων επι την γην και καμνων αυτην να τρεμη εγγιζει τα ορη, και καπνιζουσι.
Derfor reddes jeg for ham tenker jeg på det , så bever jeg for ham. JBS 23, 14.
Δια τουτο καταπληττομαι απο προσωπου αυτου συλλογιζομαι και φριττω απ' αυτου
drar gjennem skaret. I Geba sier de vil vi bli natten over. Rama bever, Sauls Gibea flyr.
διεβησαν το περασμα κατελυσαν εν Γεβα η Ραμα ετρομαξεν η Γαβαα του Σαουλ εφυγεν.
Ved braket av deres fall bever jorden det lyder skrik som høres like til det Røde Hav.
Απο του ηχου της αλωσεως αυτων εσεισθη η γη ο ηχος της φωνης αυτης ηκουσθη εν τη Ερυθρα θαλασση.
Med syn som en hauk, tålmodighet som en bever... mot som en puma, så han lærer godt.
Να βλέπει σαν το γεράκι, υπομονετικός σαν τον κάστορα... γενναίος σαν το πούμα, για να μάθει σωστά.
Men jeg vet at fjellet buldrer når Gud er der. Og jorden bever, og skyene er røde som ild.
Ξέρω, όμως, ότι το βουνό βρυχάται όταν ο Θεός είναι εκεί... κι η γη σείεται και το σύννεφο είναι κόκκινο σαν φωτιά.
Fjellene ser dig og bever, vannstrømmer styrter frem avgrunnen lar sin røst høre, den løfter sine hender mot det høie.
Σε ειδον τα ορη και ετρομαξαν. Κατακλυσμος υδατων επηλθεν η αβυσσος ανεπεμψε την φωνην αυτης, ανυψωσε τας χειρας αυτης.
Syndere bever på Sion, skjelving har grepet de gudløse Hvem kan bo ved en fortærende ild? Hvem kan bo ved evige bål?
Οι αμαρτωλοι εν Σιων θελουσι τρομαξει τρομος θελει καταλαβει τους υποκριτας, ωστε θελουσι λεγει, Τις μεταξυ ημων θελει κατοικησει μετα του κατατρωγοντος πυρος τις μεταξυ ημων θελει κατοικησει μετα των αιωνιων καυσεων
Da skjelver jorden og bever for Herrens tanker mot Babel blir fullbyrdet å gjøre Babels land til en ørken, så ingen bor der.
Και η γη θελει σεισθη και στεναξει διοτι η βουλη του Κυριου θελει εκτελεσθη κατα της Βαβυλωνος, δια να καταστηση την γην της Βαβυλωνος ερημον, ανευ κατοικου.
Men Herren er Gud i sannhet, han er en levende Gud og en evig konge for hans vrede bever jorden, og hedningefolkene kan ikke utholde hans harme.
Αλλ' ο Κυριος ειναι Θεος αληθινος, ειναι Θεος ζων και βασιλευς αιωνιος εν τη οργη αυτου η γη θελει σεισθη και τα εθνη δεν θελουσιν ανθεξει εις την αγανακτησιν αυτου.
Utsagn om Egypten. Se, Herren farer frem på en lett sky og kommer til Egypten, og Egyptens avguder bever for hans åsyn, og egypternes hjerter smelter i deres indre.
Η κατα της Αιγυπτου ορασις. Ιδου, ο Κυριος επιβαινει επι νεφελης κουφης και θελει επελθει επι την Αιγυπτον και τα ειδωλα της Αιγυπτου θελουσι σεισθη απο προσωπου αυτου, και η καρδια της Αιγυπτου θελει διαλυθη εν μεσω αυτης.
Fra Dan høres hans hesters fnysen, ved lyden av hans veldige gangeres vrinsken bever hele landet og de kommer og fortærer landet og alt som i det er, byen og dem som bor i den.
Το φρυαγμα των ιππων αυτου ηκουσθη απο Δαν πασα η γη εσεισθη απο του ηχου του χρεμετισμου των ρωμαλεων ιππων αυτου διοτι ηλθον και κατεφαγον την γην και το πληρωμα αυτης την πολιν και τους κατοικουντας εν αυτη
Jeg hørte det da bevet mitt indre, ved lyden dirret mine leber det kommer råttenhet i mine ben, og jeg bever hvor jeg står, fordi jeg rolig må bie på nødens dag, bie på at han drar op mot folket, han som skal trenge det. HAB 3, 2.
Ηκουσα, και τα εντοσθια μου συνεταραχθησαν τα χειλη μου ετρεμον εις την φωνην η σαθροτης εισηλθεν εις τα οστα μου, και υποκατω μου ελαβον τρομον πλην εν τη ημερα της θλιψεως θελω αναπαυθη, οταν αναβη κατα του λαου ο μελλων να εκπορθηση αυτον.