Oversettelse av "forkastet" til gresk språk:
Ordbok Norsk-Gresk
Eksempler (Eksterne kilder, ikke gjennomgått)
| Staben forkastet planen min. | Με την απέραντη σοφία τους, οι ανώτεροι απέρριψαν την πρόταση μου. |
| Vi har forkastet den ideen flere ganger. | Έχουμε απορρίψει αυτήν την ιδέα δεκάδες φορές. |
| Den sten som bygningsmennene forkastet, er blitt hovedhjørnesten. | Ο λιθος, τον οποιον απεδοκιμασαν οι οικοδομουντες, ουτος εγεινε κεφαλη γωνιας |
| Og han forkastet Josefs telt og utvalgte ikke Efra'ims stamme, | Και απερριψε την σκηνην Ιωσηφ, και την φυλην Εφραιμ δεν εξελεξεν. |
| Det er for sent å flørte med en forkastet ektemann. | Λίγο αργά για να φλερτάρεις με τον διωγμένο σύζυγο. |
| Og du har forkastet og forsmådd, du er blitt harm på din salvede. | ηκυρωσας την διαθηκην του δουλου σου εβεβηλωσας το διαδημα αυτου εως της γης. |
| for gjenstridighet er ikke bedre enn trolldoms synd, og trossighet er som avgudsdyrkelse. Fordi du har forkastet Herrens ord, har han forkastet dig, så du ikke skal være konge. | διοτι η απειθεια ειναι καθως το αμαρτημα της μαγειας και το πεισμα, καθως η ασεβεια και ειδωλολατρεια επειδη συ απερριψας τον λογον του Κυριου, δια τουτο και αυτος απερριψε σε απο του να ησαι βασιλευς. |
| Samuel svarte Saul Jeg vil ikke vende tilbake med dig for du har forkastet Herrens ord, og så har Herren forkastet dig, så du ikke skal være konge over Israel. | Ο δε Σαμουηλ ειπε προς τον Σαουλ, Δεν θελω επιστρεψει μετα σου διοτι απερριψας τον λογον του Κυριου, και ο Κυριος απερριψε σε απο του να ησαι βασιλευς επι τον Ισραηλ. |
| Du forkastet mig og tok bort min fred jeg glemte det som godt er, | Και απεσπρωξα, απο ειρηνης την ψυχην μου ελησμονησα το αγαθον. |
| Og Herren så det og forkastet dem, han harmedes over sine sønner og sine døtre. | Και ειδεν ο Κυριος και απεστραφη αυτους, διοτι παρωργισαν αυτον οι υιοι αυτου και αι θυγατερες αυτου |
| Mon ikke du, Gud, som forkastet oss og ikke drog ut med våre hærer, Gud? | Δια του Θεου θελομεν καμει ανδραγαθιας, και αυτος θελει καταπατησει τους εχθρους ημων. |
| Mon ikke du, Gud, som forkastet oss og ikke drog ut med våre hærer, Gud? | Βοηθησον ημας απο της θλιψεως, διοτι ματαια ειναι η παρα των ανθρωπων σωτηρια. |
| For skulde du rent ha forkastet oss? Skulde du være så storlig vred på oss? | Διατι απερριψας ημας ολοτελως, ωργισθης εναντιον ημων εως σφοδρα |
| Hun hadde en romanse med offer nummer to, George Rowton, og han forkastet henne som... | Είχε ένα αίσθημα με το θύμα υπ' αριθμόν δύο, τον George Rowton και την παράτησε σαν... |
| Gud! du har forkastet oss, du har sønderslått oss, du var vred vederkveg oss nu igjen! | Εδειξας εις τον λαον σου πραγματα σκληρα εποτισας ημας οινον παραφροσυνης. |
| Han er den sten som blev forkastet av eder, I bygningsmenn, men som er blitt hjørnesten. | Ουτος ειναι ο λιθος ο εξουθενηθεις εφ' υμων των οικοδομουντων, οστις εγεινε κεφαλη γωνιας. |
| Da sa Herren til Samuel Lyd folket i alt hvad de sier til dig! For det er ikke dig de har forkastet, men det er mig de har forkastet, så jeg ikke skal være konge over dem. | Και ειπεν ο Κυριος προς τον Σαμουηλ, Ακουσον της φωνης του λαου, κατα παντα οσα λεγουσι προς σε διοτι δεν απεβαλον σε, αλλ' εμε απεβαλον απο του να βασιλευω επ' αυτους |
| Jeg har forlatt mitt hus, forkastet min arv jeg har gitt min sjels elskede i hennes fienders hånd. | Εγκατελιπον τον οικον μου, αφηκα την κληρονομιαν μου, εδωκα την ηγαπημενην της ψυχης μου εις τας χειρας των εχθρων αυτης. |
| Og har I ikke lest dette sted i Skriften Den sten som bygningsmennene forkastet, den er blitt hjørnesten | Ουδε την γραφην ταυτην δεν ανεγνωσατε, Ο λιθος, τον οποιον απεδοκιμασαν οι οικοδομουντες, ουτος εγεινε κεφαλη γωνιας |
| Kom til ham, den levende sten, som vel blev forkastet av mennesker, men er utvalgt og kostelig for Gud, | Εις τον οποιον προσερχομενοι, ως εις λιθον ζωντα, υπο μεν των ανθρωπων αποδεδοκιμασμενον, παρα δε τω Θεω εκλεκτον, εντιμον, |
| Noen av de beste krigerne vil utgjøre denne gruppen. Ingen som ikke blir valgt ut, , må ikke føle seg forkastet. | Μερικοί απ τους καλύτερους πολεμιστές θα σχηματίσουν αυτή την ομάδα αλλά εκείνοι που δεν επιλέχθηκαν δε θα πρεπε να νιώθουν απορριφθέντες. |
| Og enda har du nu forkastet oss og latt oss bli til skamme, og du drar ikke ut med våre hærer. | Εκαμες ημας να στρεψωμεν εις τα οπισω εμπροσθεν του εχθρου και οι μισουντες ημας διαρπαζουσι τα ημετερα εις εαυτους. |
| fordi de forkastet mine lover og ikke fulgte mine bud og vanhelliget mine sabbater for deres hjerte fulgte deres motbydelige avguder. | διοτι τας κρισεις μου απερριψαν και εν τοις διαταγμασι μου δεν περιεπατησαν και τα σαββατα μου εβεβηλωσαν διοτι αι καρδιαι αυτων επορευοντο κατοπιν των ειδωλων αυτων. |
| En læresalme av Asaf. Hvorfor, Gud, har du forkastet oss for evig tid? Hvorfor ryker din vrede mot den hjord du før? | Μασχιλ του Ασαφ. Δια τι, Θεε, απερριψας ημας διαπαντος δια τι καπνιζει η οργη σου εναντιον των προβατων της βοσκης σου |
| fordi de ikke holdt mine lover, men forkastet mine bud og vanhelliget mine sabbater, og deres øine fulgte deres fedres motbydelige avguder. | διοτι τας κρισεις μου δεν εξετελεσαν και τα διαταγματα μου απερριψαν και τα σαββατα μου εβεβηλωσαν, και οι οφθαλμοι αυτων ησαν κατοπιν των ειδωλων των πατερων αυτων. |
| Derfor forkastet Herren hele Israels ætt og plaget dem og gav dem i røveres hånd, inntil han kastet dem bort fra sitt åsyn. | Και απεβαλεν ο Κυριος παν το σπερμα του Ισραηλ και κατεθλιψεν αυτους, και παρεδωκεν αυτους εις την χειρα των διαρπαζοντων, εωσου απερριψεν αυτους απο προσωπου αυτου. |
| For du er den Gud som er mitt vern. Hvorfor har du forkastet mig? Hvorfor skal jeg gå i sørgeklær under fiendens trykk? | Διοτι συ εισαι ο Θεος της δυναμεως μου δια τι με απεβαλες δια τι περιπατω σκυθρωπος εκ της καταθλιψεως του εχθρου |
| Men han så på dem og sa Hvad er da dette som er skrevet Den sten som bygningsmennene forkastet, den er blitt hjørnesten? | Ο δε εμβλεψας εις αυτους ειπε Τι λοιπον ειναι τουτο το γεγραμμενον, Ο λιθος, τον οποιον απεδοκιμασαν οι οικοδομουντες, ουτος εγεινε κεφαλη γωνιας |
| Jeg sier altså Har da Gud forkastet sitt folk? Langt derifra! også jeg er jo en israelitt, av Abrahams ætt, av Benjamins stamme | Λεγω λοιπον, Μηπως απερριψεν ο Θεος τον λαον αυτου Μη γενοιτο διοτι και εγω Ισραηλιτης ειμαι, εκ σπερματος Αβρααμ, εκ φυλης Βενιαμιν. |
| Derfor sier Israels Hellige så Fordi I har forkastet dette ord og satt eders lit til vold og krokveier og støttet eder på slikt | Οθεν ουτω λεγει ο Αγιος του Ισραηλ Επειδη καταφρονειτε τον λογον τουτον και ελπιζετε επι την απατην και πονηριαν και επιστηριζεσθε επι ταυτα |
| Eder altså som tror, hører æren til men for de vantro er den sten som bygningsmennene forkastet, blitt til hjørnesten og snublesten og anstøtsklippe, | Εις εσας λοιπον τους πιστευοντας ειναι η τιμη, εις δε τους απειθουντας ο λιθος, τον οποιον απεδοκιμασαν οι οικοδομουντες, ουτος εγεινε κεφαλη γωνιας |
| De vise blir til skamme, de blir forferdet, og ulykken rammer dem. Se, Herrens ord har de forkastet hvor skulde de da ha visdom fra? | Οι σοφοι κατησχυνθησαν, επτοηθησαν και συνεληφθησαν, διοτι απερριψαν τον λογον του Κυριου και ποια σοφια ειναι εν αυτοις |
| Herren forkastet alle de kjemper som fantes hos mig, han kalte sammen en folkeskare mot mig for å knuse mine unge menn Herren trådte vinpersen for jomfruen, Judas datter. | Ο Κυριος κατεστρωσε παντας τους δυνατους μου εν τω μεσω μου εκαλεσεν επ' εμε ωρισμενον καιρον δια να συντριψη τους εκλεκτους μου ο Κυριος επατησεν εν ληνω την παρθενον, την θυγατερα Ιουδα. |
| Gud har ikke forkastet sitt folk, som han forut kjente. Eller vet I ikke hvad Skriften sier på det sted om Elias, hvorledes han treder frem for Gud mot Israel | Δεν απερριψεν ο Θεος τον λαον αυτου, τον οποιον προεγνωρισεν. Η δεν εξευρετε τι λεγει η γραφη περι του Ηλια πως ομιλει προς τον Θεον κατα του Ισραηλ, λεγων |
| Hør, du jord Se, jeg lar ulykke komme over dette folk, frukten av deres onde råd for på mine ord har de ikke gitt akt, og min lov har de forkastet. | Ακουε, γη ιδου, εγω θελω φερει κακον επι τον λαον τουτον, τον καρπον των διαλογισμων αυτων, διοτι δεν επροσεξαν εις τους λογους μου και εις τον νομον μου, αλλ' απερριψαν αυτον. |