Oversettelse av "hoffmann" til gresk språk:


  Ordbok Norsk-Gresk

Hoffmann - oversettelse : Hoffmann - oversettelse :

  Eksempler (Eksterne kilder, ikke gjennomgått)

Og Gud lot Daniel finne velvilje og barmhjertighet hos den øverste hoffmann.
Και εκαμεν ο Θεος τον Δανιηλ να ευρη χαριν και ελεος ενωπιον του αρχιευνουχου.
Hoffmann. Jeg er for gammel i spillet til å hisse meg opp over slikt.
Ξερεις, είμαι πολύ γέρος για να ενθουσιαστώ μ'όλα αυτά.
Men midianittene solgte ham i Egypten til Potifar, som var hoffmann hos Farao og høvding over livvakten.
Οι δε Μαδιανιται επωλησαν αυτον εν τη Αιγυπτω εις τον Πετεφρην, αυλικον του Φαραω, αρχοντα των σωματοφυλακων.
Da sa Daniel til kjellermesteren, som den øverste hoffmann hadde satt over Daniel, Hananja, Misael og Asarja
Και ειπεν ο Δανιηλ προς τον Αμελσαρ, τον οποιον ο αρχιευνουχος κατεστησεν επι τον Δανιηλ, τον Ανανιαν, τον Μισαηλ και τον Αζαριαν,
Og den øverste hoffmann gav dem nye navn Daniel kalte han Beltsasar og Hananja Sadrak og Misael Mesak og Asarja Abed Nego.
εις τους οποιους ο αρχιευνουχος επεθηκεν ονοματα και τον μεν Δανιηλ ωνομασε Βαλτασασαρ τον δε Ανανιαν Σεδραχ τον δε Μισαηλ Μισαχ και τον Αζαριαν Αβδε νεγω.
Da den tid kongen hadde fastsatt, var til ende, og de skulde fremstilles for ham, førte den øverste hoffmann dem inn for Nebukadnesar.
Και εν τω τελει των ημερων, οτε ο βασιλευς ειπε να εισαξωσιν αυτους, ο αρχιευνουχος εισηξεν αυτους ενωπιον του Ναβουχοδονοσορ.
Og kongen sa til Aspenas, sin øverste hoffmann, at han skulde ta med sig nogen av Israels barn, både av kongeætten og av de fornemste,
Και ειπεν ο βασιλευς προς τον Ασφεναζ τον αρχιευνουχον αυτου, να φερη εκ των υιων Ισραηλ και εκ του σπερματος του βασιλικου και εκ των αρχοντων
Josef blev ført ned til Egypten og Potifar, en egypter, som var hoffmann hos Farao og høvding over livvakten, kjøpte ham av ismaelittene som hadde hatt ham med sig dit.
Ο δε Ιωσηφ κατεβιβασθη εις την Αιγυπτον και ο Πετεφρης ο αυλικος του Φαραω, ο αρχων των σωματοφυλακων, ανθρωπος Αιγυπτιος, ηγορασεν αυτον εκ των χειρων των Ισμαηλιτων, οιτινες κατεβιβασαν αυτον εκει.
da kom alle Babels konges stormenn inn og satte sig i Midtporten, Nergal Sareser, Samgar Nebu, Sarsekim, den øverste hoffmann, Nergal Sareser, den øverste av magerne, og alle de andre stormenn hos Babels konge.
Και παντες οι αρχοντες του βασιλεως της Βαβυλωνος εισηλθον και εκαθησαν εν τη μεσαια πυλη, Νεργαλ σαρεσερ, Σαμγαρ νεβω, Σαρσεχειμ, Ραβ σαρεις, Νεργαλ σαρεσερ, Ραβ μαγ και παντες οι λοιποι αρχοντες του βασιλεως της Βαβυλωνος.
Han stod da op og gikk dit og se, der var en etioper, en hoffmann, en høi embedsmann hos Kandake, etiopernes dronning, en som var satt over hele hennes skatt han var kommet til Jerusalem for å tilbede,
Και σηκωθεις υπηγε. Και ιδου, ανθρωπος Αιθιοψ ευνουχος, αρχων της Κανδακης της βασιλισσης των Αιθιοπων, οστις ητο επι παντων των θησαυρων αυτης, ουτος ειχεν ελθει δια να προσκυνηση εις Ιερουσαλημ,
Men Daniel satte sig fore at han ikke vilde gjøre sig uren med kongens kostelige mat og med den vin han drakk, og han bad den øverste hoffmann om at han måtte være fri for således å gjøre sig uren.
Αλλ' ο Δανιηλ εβαλεν εν τη καρδια αυτου να μη μιανθη απο των εδεσματων του βασιλεως ουδε απο του οινου τον οποιον εκεινος επινε δια τουτο παρεκαλεσε τον αρχιευνουχον να μη μιανθη.
Om aftenen gikk hun inn, og om morgenen vendte hun tilbake til det andre kvinnehus og stod siden under tilsyn av kongens hoffmann Sa'asgas, medhustruenes vokter hun kom ikke mere inn til kongen, medmindre kongen hadde slik hu til henne at hun blev kalt til ham med navns nevnelse.
Το εσπερας εισηρχετο και το πρωι επεστρεφεν εις τον δευτερον γυναικωνα, υπο την τηρησιν του Σαασγαζ, ευνουχου του βασιλεως, οστις εφυλαττε τας παλλακιδας δεν εισηρχετο πλεον εις τον βασιλεα, ειμη εαν ηθελεν αυτην ο βασιλευς, και εκαλειτο ονομαστι.
Og den øverste hoffmann sa til Daniel Jeg er redd for at min herre kongen, som har fastsatt hvad I skal ete og drikke, vil synes at eders ansikter ser dårligere ut enn de gutters som er på eders alder, og at I således skal føre skyld over mitt hode hos kongen.
Και ειπεν ο αρχιευνουχος προς τον Δανιηλ, Εγω φοβουμαι τον κυριον μου τον βασιλεα, οστις διεταξε το φαγητον σας και το ποτον σας, μηποτε ιδη τα προσωπα σας σκυθρωποτερα παρα των νεανισκων των συνομηλικων σας, και ενοχοποιησητε την κεφαλην μου εις τον βασιλεα.