Oversettelse av "mette" til gresk språk:


  Ordbok Norsk-Gresk

Mette - oversettelse : Mette - oversettelse :

  Eksempler (Eksterne kilder, ikke gjennomgått)

Dødsriket og avgrunnen blir ikke mette, og menneskenes øine blir heller ikke mette.
Ο αδης και η απωλεια δεν χορταινουσι και οι οφθαλμοι του ανθρωπου δεν χορταινουσιν.
To munner til å mette, Luigi.
Δύο ακόμα στόματα να ταΐσουμε, Λουίτζι.
Spis og drikk dere mette, folkens!
Ορμήξτε, καλοί μου άνθρωποι. Φάτε και πιείτε όσο θέλετε.
Og de åt alle og blev mette
Και εφαγον παντες και εχορτασθησαν.
Nå har jeg to munner til å mette.
Θεέ μου, ώστε έχω ακόμα δυό στόματα να θρέψω.
Kommer det et kompani soldater når vi er mette?
Θα έχετε άλλες προμήθειες όταν θα έχουμε φύγει
Fordi deres beite var godt, blev de mette og da de blev mette, ophøiet de sig i sitt hjerte, og så glemte de mig.
Κατα τας βοσκας αυτων, ουτως εχορτασθησαν εχορτασθησαν, και υψωθη η καρδια αυτων δια τουτο με ελησμονησαν.
for å mette ørk og øde og få gressbunnen til å gro?
δια να χορταση την αβατον και ακατοικητον, και να αναβλαστηση τον βλαστον της χλοης
Dets mat vil jeg velsigne, dets fattige vil jeg mette med brød,
Θελω ευλογησει εν ευλογια τας τροφας αυτης τους πτωχους αυτης θελω χορτασει αρτον
Den mette vraker honning, men for den sultne er alt bittert søtt.
Κεχορτασμενη ψυχη αποστρεφεται την κηρηθραν εις δε την πεινασμενην ψυχην παν πικρον φαινεται γλυκυ.
Hvorfor forfølger I mig likesom Gud og blir ikke mette av mitt kjøtt?
Δια τι με κατατρεχετε ως ο Θεος, και δεν εχορτασθητε απο των σαρκων μου
Må ikke mine husfolk vidne at enhver fikk mette sig ved mitt bord?
αν οι ανθρωποι της σκηνης μου δεν ειπον, τις θελει δειξει ανθρωπον μη χορτασθεντα απο των κρεατων αυτου
som ikke vilde tillate mig å dra ånde, men vilde mette mig med lidelser.
Δεν με αφινει να αναπνευσω, αλλα με χορταζει απο πικριας.
Med et langt liv vil jeg mette ham og la ham skue min frelse.
Θελω χορτασει αυτον μακροτητα ημερων και θελω δειξει εις αυτον την σωτηριαν μου.
For jeg vil kvege den trette sjel, og hver vansmektende sjel vil jeg mette.
διοτι εχορτασα την εκλελυμενην ψυχην και ενεπλησα πασαν τεθλιμμενην ψυχην.
De farer omkring efter mat om de ikke blir mette, blir de således natten over.
Εγω δε θελω ψαλλει την δυναμιν σου, και το πρωι θελω υμνολογει εν αγαλλιασει το ελεος σου διοτι εγεινες προπυργιον μου και καταφυγιον εν τη ημερα της θλιψεως μου.
Englebrød åt enhver han sendte dem næring til mette. d.e. brød fra englenes bolig, himmelbrød.
αρτον αγγελων εφαγεν ο ανθρωπος τροφην εστειλεν εις αυτους μεχρι χορτασμου.
Og de åt og blev såre mette, og det de lystet efter, gav han dem.
Και εφαγον και εχορτασθησαν σφοδρα και εφερεν εις αυτους την επιθυμιαν αυτων
at han vender sitt kinn til den som slår ham, lar sig mette med hån.
Θελει δωσει την σιαγονα εις τον ραπιζοντα αυτον θελει χορτασθη απο ονειδισμου.
Og da de var blitt mette, lettet de skibet ved å kaste levnetsmidlene i havet.
Αφου δε εχορτασθησαν απο τροφης ελαφρυνον το πλοιον, ριπτοντες τον σιτον εις την θαλασσαν.
Og landet skal gi sin frukt, og I skal ete og bli mette og bo der trygt.
Και η γη θελει διδει τους καρπους αυτης και θελετε τρωγει εις χορτασμον, και θελετε κατοικει ασφαλως επ' αυτης.
Og hans disipler svarte ham Hvorfra kan nogen få brød nok til å mette disse her i ørkenen?
Και απεκριθησαν προς αυτον οι μαθηται αυτου Ποθεν θελει τις δυνηθη να χορταση τουτους απο αρτων εδω επι της ερημιας
Og de åt og blev mette og de tok op det som blev tilovers av stykkene, syv kurver.
Εφαγον δε και εχορτασθησαν, και εσηκωσαν περισσευματα κλασματων επτα σπυριδας.
Får han mange barn, så er de hjemfalt til sverdet hans ætlinger får ikke brød å mette sig med.
Εαν οι υιοι αυτου πολλαπλασιασθωσιν, ειναι δια την ρομφαιαν και οι εκγονοι αυτου δεν θελουσι χορτασθη αρτον.
De saktmodige skal ete og bli mette de som søker Herren, skal love ham eders hjerte leve til evig tid!
Θελουσιν ενθυμηθη και επιστραφη προς τον Κυριον παντα τα περατα της γης και θελουσι προσκυνησει ενωπιον σου πασαι αι φυλαι των εθνων.
Blodiglen har to døtre Gi hit! Gi hit! Der er tre som aldri blir mette, fire som aldri sier Nok!
Η βδελλα εχει δυο θυγατερας, αιτινες φωναζουσι, Φερε, φερε. Τα τρια ταυτα δεν χορταινουσι ποτε, μαλιστα τεσσαρα δεν λεγουσι ποτε, Αρκει.
Og de åt alle og blev mette og de tok op det som blev tilovers av stykkene, tolv kurver fulle.
Και εφαγον παντες και εχορτασθησαν, και εσηκωσαν το περισσευμα των κλασματων, δωδεκα κοφινους πληρεις.
Og hans disipler sa til ham Hvorfra skal vi her i ørkenen få brød nok til å mette så meget folk?
Και λεγουσι προς αυτον οι μαθηται αυτου Ποθεν εις ημας εν τη ερημια αρτοι τοσοι, ωστε να χορτασωμεν τοσον οχλον
Og de åt alle sammen og blev mette og de tok op det som blev tilovers av stykkene, syv kurver fulle.
Και εφαγον παντες και εχορτασθησαν, και εσηκωσαν το περισσευμα των κλασματων επτα σπυριδας πληρεις
De biter til høire og hungrer allikevel, de eter til venstre og blir ikke mette enhver eter kjøttet av sin egen arm.
Και θελει αρπασει εις τα δεξια, πλην θελει πεινασει και θελει φαγει εις τα αριστερα, πλην δεν θελει χορτασθη θελουσι φαγει πας ανθρωπος την σαρκα του βραχιονος αυτου
Ve eder, I som nu er mette! for I skal hungre. Ve eder, I som nu ler! for I skal sørge og gråte.
Ουαι εις εσας, οι κεχορτασμενοι, διοτι θελετε πεινασει. Ουαι εις εσας, οι γελωντες τωρα, διοτι θελετε πενθησει και κλαυσει.
Men da de var blitt mette, sier han til sine disipler Sank sammen stykkene som er blitt tilovers, forat ikke noget skal spilles!
Αφου δε εχορτασθησαν, λεγει προς τους μαθητας αυτους Συναξατε τα περισσευσαντα κλασματα, δια να μη χαθη τιποτε.
Og I skal ete fett til I blir mette, og drikke blod til I blir drukne, av det slaktoffer som jeg slakter for eder.
και θελετε φαγει παχος εις χορτασμον και πιει αιμα εις μεθην εκ της θυσιας μου την οποιαν εθυσιασα δια σας
De skal ete og ikke bli mette, de skal drive utukt og ikke utbrede sig for de har holdt op å akte på Herren.
Διοτι θελουσι τρωγει και δεν θελουσι χορταζεσθαι, θελουσι πορνευει και δεν θελουσι πληθυνεσθαι επειδη εγκατελιπον το να λατρευωσι τον Κυριον.
og hans attrå var å få mette sig med det som falt fra den rikes bord men endog hundene kom og slikket hans sår.
και επεθυμει να χορτασθη απο των ψιχιων των πιπτοντων απο της τραπεζης του πλουσιου αλλα και οι κυνες ερχομενοι εγλειφον τας πληγας αυτου.